τριτημόριο

τριτημόριο
το / τριτημόριον, ΝΜΑ
βλ. τριτημόριος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • τριτημόριο — το καθένα από τρία ίσα μέρη στα οποία χωρίστηκε κάτι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στερνοκλειδομαστοειδής — ές, Ν φρ. «στερνοκλειδομαστοειδής μυς» ανατ. μυς τής προσθιοπλάγιας επιφάνειας τού τραχήλου που εκφύεται από τη λαβή τού στέρνου και το έσω τριτημόριο τής κλείδας και καταφύεται στη μαστοειδή απόφυση τού κροταφικού και το έξω ημιμόριο τής άνω… …   Dictionary of Greek

  • τετραούγκιον — και τετραούγγιον και τετρούγκιον, τὸ, ΜΑ 1. το ένα τριτημόριο 2. νόμισμα τεσσάρων ουγγιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < τετρ(α) * + οὐγγία / οὐγκία] …   Dictionary of Greek

  • τριάς — (I) άδος, η, ΝΜΑ βλ. τριάδα. (II) ᾱντος, ό Α 1. σικελικό νόμισμα ίσο προς το ένα τρίτο τής λίτρας, δηλ. ίσο προς τέσσερεις ουγγιές 2. (κατά τον Ησύχ.) «τριᾱντος πόρνη λαμβάνουσα τριᾱντα, ὅ ἐστι λεπτὰ εἴκοσι (κα )». [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αποτελεί απόδοση… …   Dictionary of Greek

  • τριτήμορον — τὸ, Α το τριτημόριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρίτος + μόρος] …   Dictionary of Greek

  • τριτημορίς — ίδος, ἡ, Α το τριτημόριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τριτήμορον + κατάλ. ίς, ίδος (πρβλ. τεταρτη μορ ίς)] …   Dictionary of Greek

  • τριτημόριος — α, ο / τριτημόριος, ον, ΝΜΑ, και δωρ. τ. ουδ. τριταμόριον Α 1. αυτός που αποτελεί το ένα τρίτο ενός συνόλου 2. το ουδ. ως ουσ. το τριτημόριο(ν) α) το ένα τρίτο, καθένα από τα τρία ίσα μέρη ενός συνόλου β) μουσ. το ένα τρίτο τού τόνου μσν. 1. ο… …   Dictionary of Greek

  • Βρυέννιος — Επώνυμο μεγάλης βυζαντινής οικογένειας. 1. Θεόκτιστος (9ος αι.). Βυζαντινός στρατηγός. Με εντολή της αυτοκράτειρας Θεοδώρας στράφηκε το 849 εναντίον των Σλάβων της Πελοποννήσου, τους οποίους κατόρθωσε να περιορίσει στην περιοχή του Ταϋγέτου, ενώ… …   Dictionary of Greek

  • Δαλεκαρτσέρι — Εξελληνισμένος τύπος του επωνύμου της οικογένειας των Ιταλών ευγενών Ντάλε Καρτσέρι (Dalle Carceri) από τη Βερόνα, πολλοί από τους οποίους ήρθαν στην Ελλάδα με τον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό και εγκαταστάθηκαν στην Εύβοια, την οποία δυνάστευσαν… …   Dictionary of Greek

  • τρίτο — το τριτημόριο (βλ. λ.): Στο δεκαήμερο πληρώνομαι το τρίτο του μισθού μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”